ευκίνητος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ευκίνητος ευκίνητη ευκίνητο
γενική ευκίνητου ευκίνητης ευκίνητου
αιτιατική ευκίνητο ευκίνητη ευκίνητο
κλητική ευκίνητε ευκίνητη ευκίνητο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ευκίνητοι ευκίνητες ευκίνητα
γενική ευκίνητων ευκίνητων ευκίνητων
αιτιατική ευκίνητους ευκίνητες ευκίνητα
κλητική ευκίνητοι ευκίνητες ευκίνητα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ευκίνητος < αρχαία ελληνική εὐκίνητος < εὖ + κινέω / κινῶ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /εf.ˈci.ni.tɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ευκίνητος, -η, -ο

  1. (κυριολεκτικά) που κινείται εύκολα (και ταχέως)
  2. (μεταφορικά) που διακρίνεται για την ευστροφία και την εξυπνάδα του

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]