ευκαίρως
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ευκαίρως < αρχαία ελληνική εὐκαίρως
Επίρρημα
[επεξεργασία]ευκαίρως
Εκφράσεις
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ευκαίρως
|
|