ευκαιριακός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ευκαιριακός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ευκαιριακός

  1. – που συμβαίνει μόνο όταν παρουσιαστεί η κατάλληλη ευκαιρία, για κάτι που γίνεται μόνο όταν οι περιστάσεις το ευνοούν


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]