ευκαιριακός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ευκαιριακός ευκαιριακή ευκαιριακό
γενική ευκαιριακού ευκαιριακής ευκαιριακού
αιτιατική ευκαιριακό ευκαιριακή ευκαιριακό
κλητική ευκαιριακέ ευκαιριακή ευκαιριακό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ευκαιριακοί ευκαιριακές ευκαιριακά
γενική ευκαιριακών ευκαιριακών ευκαιριακών
αιτιατική ευκαιριακούς ευκαιριακές ευκαιριακά
κλητική ευκαιριακοί ευκαιριακές ευκαιριακά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ευκαιριακός < ευκαιρία + -ακός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική occasionnel)[1][2]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ευκαιριακός, -ή, -ό

  • που συμβαίνει μόνο όταν παρουσιαστεί η κατάλληλη ευκαιρία, για κάτι που γίνεται μόνο όταν οι περιστάσεις το ευνοούν

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. ευκαιριακός στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  2. Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. 

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]