ευκατανόητος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ευκατανόητος ευκατανόητη ευκατανόητο
γενική ευκατανόητου ευκατανόητης ευκατανόητου
αιτιατική ευκατανόητο ευκατανόητη ευκατανόητο
κλητική ευκατανόητε ευκατανόητη ευκατανόητο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ευκατανόητοι ευκατανόητες ευκατανόητα
γενική ευκατανόητων ευκατανόητων ευκατανόητων
αιτιατική ευκατανόητους ευκατανόητες ευκατανόητα
κλητική ευκατανόητοι ευκατανόητες ευκατανόητα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ευκατανόητος < ελληνιστική κοινή εὐκατανόητος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ευκατανόητος

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]