ευπρόσβλητος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ευπρόσβλητος < ευ- + προσβάλλω (παθ.αόρ. προσβλή-θηκα) + -τος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ευπρόσβλητος, -η, -ο

  1. που εύκολα μπορεί κανείς να του επιτεθεί αποτελεσματικά

Αντώνυμα[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]