Μετάβαση στο περιεχόμενο

ευρετηριάζω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ευρετηριάζω < ευρετήρι(ο) + -άζω

ευρετηριάζω

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]