ευρετική

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ευρετική < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ευρετικός ((μεταφραστικό δάνειο) γερμανική heuristisch)

Επίθετο[επεξεργασία]

ευρετική θηλυκό

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

ευρετική

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]