ευστάθεια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ευστάθεια ευστάθειες
γενική ευστάθειας ευσταθειών
αιτιατική ευστάθεια ευστάθειες
κλητική ευστάθεια ευστάθειες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ευστάθεια < ευ + ρ.θ. σταθ- (του εστάθην, παθ. αόριστος του ίστημι=στέκομαι) + -εια

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ευστάθεια θηλυκό, χωρίς πληθυντικό

η κατάσταση σταθερότητας, χωρίς κλυδωνισμούς ή μεταβολές

η ευστάθεια του πολιτεύματος
πρέπει να το κρατάς, διότι έχει χάσει την ευστάθειά του

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]