ευφημισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ευφημισμός ευφημισμοί
γενική ευφημισμού ευφημισμών
αιτιατική ευφημισμό ευφημισμούς
κλητική ευφημισμέ ευφημισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ευφημισμός < ελληνιστική κοινή εὐφημισμός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ɛ.fi.mi.ˈzmɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ευφημισμός αρσενικό

  1. έπαινος, εγκωμιασμός
  2. η χρήση μιας λέξης ή έκφρασης στη θέση μιας άλλης, επειδή θεωρείται λιγότερο αρνητική, δυσοίωνη ή επιθετική ή χυδαία από αυτήν που αντικαθιστά

Εκφράσεις[]

  • κατ' ευφημισμόν

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]