ευφορία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: εφορία, εφορεία

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ευφορία οι ευφορίες
      γενική της ευφορίας των ευφοριών
    αιτιατική την ευφορία τις ευφορίες
     κλητική ευφορία ευφορίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ευφορία < αρχαία ελληνική εὐφορία

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /e.foˈɾi.a/

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ευφορία θηλυκό

  1. η γονιμότητα του εδάφους
  2. χαρά και ευφροσύνη
     αντώνυμα: δυσφορία

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]