ευχάριστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική ευχάριστος ευχάριστη ευχάριστο
γενική ευχάριστου ευχάριστης ευχάριστου
αιτιατική ευχάριστο ευχάριστη ευχάριστο
κλητική ευχάριστε ευχάριστη ευχάριστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ευχάριστοι ευχάριστες ευχάριστα
γενική ευχάριστων ευχάριστων ευχάριστων
αιτιατική ευχάριστους ευχάριστες ευχάριστα
κλητική ευχάριστοι ευχάριστες ευχάριστα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ευχάριστος < αρχαία ελληνική εὐχάριστος (ευγνώμων)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ɛ.ˈfxa.ɾi.stɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[]

ευχάριστος, -η, -ο

  1. που προκαλεί θετικά συναισθήματα, που προσφέρει ευχαρίστηση, καλός, όμορφος
    περάσαμε ένα ευχάριστο απόγευμα
  2. (για ανθρώπους) που δημιουργεί θετικά συναισθήματα στους ανθρώπους με τους οποίους έρχεται σε επαφή με την ευγένειά του ή το χιούμορ του κλπ


32πχ Μεταφράσεις[]