εφήμερος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εφήμερος < επί και ημέρα με μετατροπή του χειλικού χαρακτήρα σε φ, λόγω της δασυνόμενης άλλοτε λέξης του δεύτερου συνθετικού.
οι πεταλούδες θεωρούνται εφήμερες
πάπους «το εφήμερο» και στο διαδίκτυο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εφήμερος -η, -ο(ν)

  1. που διαρκεί πολύ μικρό χρονικό διάστημα
  2. που διαρκεί ή ζει μόνο μια μέρα

συνεκδ. πρόσκαιρος, παροδικός, προσωρινός

Εκφράσεις[επεξεργασία]

«εφήμερος ηδονή», «εφήμερος δόξα»

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]