εφήμερος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εφήμερος < αρχαία ελληνική ἐφήμερος ἐπί και ἡμέρα (με μετατροπή του χειλικού χαρακτήρα σε φ, λόγω της δασυνόμενης λέξης του δεύτερου συνθετικού).

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εφήμερος -η, -ο(ν)

  1. που διαρκεί πολύ μικρό χρονικό διάστημα
    Σκοπός της εφήμερης ζωής είναι η αθανασία. (Νίκος Καζαντζάκης, Ασκητική)
  2. που διαρκεί ή ζει μόνο μια μέρα
  3. (συνεκδοχικά) πρόσκαιρος, παροδικός, προσωρινός

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

«εφήμερος ηδονή», «εφήμερος δόξα»

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]