εφαπτομένη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: εφαπτόμενη

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εφαπτομένη οι εφαπτόμενες
      γενική της εφαπτομένης των εφαπτομένων
    αιτιατική την εφαπτομένη τις εφαπτόμενες
     κλητική εφαπτομένη εφαπτόμενες
Συχνά, διτυπία στον πληθυντικό: και εφαπτομένες με σταθερό τόνο.
Δείτε: μετακίνηση τόνου στο Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εφαπτομένη < ουσιαστικοποιημένη θηλυκό του εφαπτόμενος, μετοχή ενεστώτα του ρήματος εφάπτομαι, παθητικής φωνής: μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική tangente

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εφαπτομένη θηλυκό

  1. (γεωμετρία) ευθεία γραμμή που έχει ένα μόνο κοινό σημείο με μια καμπύλη γραμμή, ή μια καμπύλη επιφάνεια, χωρίς να την τέμνει
    Παραδείγματα: εφαπτομένη σε ένα σημείο Α της περιφέρειας ενός κύκλου, εφαπτομένη σε ένα σημείο Α της επιφάνειας μιας σφαίρας
  2. (μαθηματικά) τριγωνομετρικός αριθμός μιας γωνίας που ισούται με τον λόγο του μήκους της απέναντι από τη γωνία κάθετης πλευράς ορθογωνίου τριγώνου προς το μήκος της προσκείμενης προς την γωνία κάθετης πλευράς του τριγώνου
    σύμβολο (για την εφαπτομένη μιας γωνίας θ): εφθ, διεθνές σύμβολο: tanθ

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]