εφαπτόμενος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εφαπτόμενος εφαπτόμενη εφαπτόμενο
γενική εφαπτόμενου εφαπτόμενης εφαπτόμενου
αιτιατική εφαπτόμενο εφαπτόμενη εφαπτόμενο
κλητική εφαπτόμενε εφαπτόμενη εφαπτόμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εφαπτόμενοι εφαπτόμενες εφαπτόμενα
γενική εφαπτόμενων εφαπτόμενων εφαπτόμενων
αιτιατική εφαπτόμενους εφαπτόμενες εφαπτόμενα
κλητική εφαπτόμενοι εφαπτόμενες εφαπτόμενα

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

εφαπτόμενος

  • μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εφάπτομαι


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]