εφαρμοσμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εφαρμοσμένος εφαρμοσμένη εφαρμοσμένο
γενική εφαρμοσμένου εφαρμοσμένης εφαρμοσμένου
αιτιατική εφαρμοσμένο εφαρμοσμένη εφαρμοσμένο
κλητική εφαρμοσμένε εφαρμοσμένη εφαρμοσμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εφαρμοσμένοι εφαρμοσμένες εφαρμοσμένα
γενική εφαρμοσμένων εφαρμοσμένων εφαρμοσμένων
αιτιατική εφαρμοσμένους εφαρμοσμένες εφαρμοσμένα
κλητική εφαρμοσμένοι εφαρμοσμένες εφαρμοσμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εφαρμοσμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εφαρμόζω, εφαρμόζομαι

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

εφαρμοσμένος, -η, -ο

  1. που εφαρμόζεται
  2. για κλάδο μιας επιστήμης που ασχολείται με την πρακτική εφαρμογή παρά τη θεωρητική έρευνα
    εφαρμοσμένα μαθηματικά

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]