Μετάβαση στο περιεχόμενο

εφαψίας

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο εφαψίας οι εφαψίες
      γενική του εφαψία των εφαψιών
    αιτιατική τον εφαψία τους εφαψίες
     κλητική εφαψία εφαψίες
Κατηγορία όπως «γαλαξίας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εφαψίας < αρχαία ελληνική ἔφαψις + -ίας

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

εφαψίας αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]