εφησυχαστικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εφησυχαστικός εφησυχαστική εφησυχαστικό
γενική εφησυχαστικού εφησυχαστικής εφησυχαστικού
αιτιατική εφησυχαστικό εφησυχαστική εφησυχαστικό
κλητική εφησυχαστικέ εφησυχαστική εφησυχαστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εφησυχαστικοί εφησυχαστικές εφησυχαστικά
γενική εφησυχαστικών εφησυχαστικών εφησυχαστικών
αιτιατική εφησυχαστικούς εφησυχαστικές εφησυχαστικά
κλητική εφησυχαστικοί εφησυχαστικές εφησυχαστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εφησυχαστικός < εφησυχάζω + -τικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εφησυχαστικός

  • που έχει σχέση με τον εφησυχασμό, αναφέρεται σ’ αυτόν ή τον προκαλεί

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]