εφιάλτης
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | εφιάλτης | οι | εφιάλτες |
| γενική | του | εφιάλτη | των | εφιαλτών |
| αιτιατική | τον | εφιάλτη | τους | εφιάλτες |
| κλητική | εφιάλτη | εφιάλτες | ||
| Κατηγορία όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- εφιάλτης < αρχαία ελληνική ἐφιάλτης
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /e.fiˈal.tis/
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]εφιάλτης αρσενικό
- τρομαχτικό όνειρο
- ※ Οι συγγραφείς ερευνούν και γράφουν για τον ονειροχρόνο και την ονειρική γεωγραφία, τους ονειροναύτες, το συνειδητό ονείρεμα, το διαλογισμό του ονείρου, τα αρχέτυπα, τη δραματοθεραπεία, τα αποκαλυπτικά όνειρα, την ονειρική γιόγκα, την ονείρωξη, τους εφιάλτες κ.α (Ο μαγικός κόσμος των ονείρων, εκδ. Αρχέτυπο, 2023 )
- (κατ’ επέκταση) κάτι πολύ δυσάρεστο ή απειλητικό
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] εφιάλτης
|
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναύτης' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)