Μετάβαση στο περιεχόμενο

εφιάλτης

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Ἐφιάλτης, ἐφιάλτης

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο εφιάλτης οι εφιάλτες
      γενική του εφιάλτη των εφιαλτών
    αιτιατική τον εφιάλτη τους εφιάλτες
     κλητική εφιάλτη εφιάλτες
Κατηγορία όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εφιάλτης < αρχαία ελληνική ἐφιάλτης

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /e.fiˈal.tis/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

εφιάλτης αρσενικό

  1. τρομαχτικό όνειρο
      Οι συγγραφείς ερευνούν και γράφουν για τον ονειροχρόνο και την ονειρική γεωγραφία, τους ονειροναύτες, το συνειδητό ονείρεμα, το διαλογισμό του ονείρου, τα αρχέτυπα, τη δραματοθεραπεία, τα αποκαλυπτικά όνειρα, την ονειρική γιόγκα, την ονείρωξη, τους εφιάλτες κ.α (Ο μαγικός κόσμος των ονείρων, εκδ. Αρχέτυπο, 2023 )
  2. (κατ’ επέκταση) κάτι πολύ δυσάρεστο ή απειλητικό
      Για μία ακόμη φορά το ζευγάρι των ηλικιωμένων στη Χαλκιδική βρίσκεται κάτω από τον εφιάλτη της έξωσης από το σπίτι που ζουν. (Χαλκιδική: Επέστρεψε ο εφιάλτης της έξωσης για ζευγάρι ηλικιωμένων – Τους πέταξαν έξω τα πράγματά τους, in.gr, 26/5/2025 )

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]