εφιδρώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εφιδρώνω < επί + ιδρώνω

Ρήμα[επεξεργασία]

εφιδρώνω

  1. ιδρώνω φυσιολογικά.

Κλίση)[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]