Μετάβαση στο περιεχόμενο

εφιδρώνω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εφιδρώνω < επί + ιδρώνω

εφιδρώνω

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]