Μετάβαση στο περιεχόμενο

εφοπλίζω

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἐφοπλίζω

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εφοπλίζω < αρχαία ελληνική ἐφοπλίζω

εφοπλίζω[1]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)