εφορεία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: εφορία, ευφορία, ἐφορεία

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εφορεία οι εφορείες
      γενική της εφορείας των εφορειών
    αιτιατική την εφορεία τις εφορείες
     κλητική εφορεία εφορείες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εφορεία < αρχαία ελληνική ἐφορεία

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.fɔ.ˈɾi.a/

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εφορεία θηλυκό

  • αρχή ή υπηρεσία που έχει αρμοδιότητα να επιβλέπει κάποιον τομέα δραστηριότητας
    Η 19η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων είναι Περιφερειακή Υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού, σε επίπεδο Διεύθυνσης, έχει έδρα τα Τρίκαλα και αρμοδιότητα που εκτείνεται στους Νομούς Τρικάλων και Καρδίτσης.
    Η Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων είναι Ειδική Περιφερειακή Υπηρεσία του ΥΠ.ΠΟ που έχει ως αποστολή την προστασία των ενάλιων αρχαιοτήτων

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • η γραφή αυτή είναι διοικητικά η επίσημη για τις αρχές που ασχολούνται με τα θέματα αρχαιοτήτων, καθώς και για βυζαντινά ή μεταβυζαντινά θέματα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]