εφτάψυχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εφτάψυχος εφτάψυχη εφτάψυχο
γενική εφτάψυχου εφτάψυχης εφτάψυχου
αιτιατική εφτάψυχο εφτάψυχη εφτάψυχο
κλητική εφτάψυχε εφτάψυχη εφτάψυχο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εφτάψυχοι εφτάψυχες εφτάψυχα
γενική εφτάψυχων εφτάψυχων εφτάψυχων
αιτιατική εφτάψυχους εφτάψυχες εφτάψυχα
κλητική εφτάψυχοι εφτάψυχες εφτάψυχα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εφτάψυχος < εφτά + ψυχή

Επίθετο[επεξεργασία]

εφτάψυχος, -η, -ο

  1. που γλιτώνει από επκίνδυνα ατυχήματα λόγω τύχης ή ευκινησίας
    λένε πως οι γάτες είναι εφτάψυχες, αφού, όσες φορές και να πέσουν από μεγάλο ύψος, δεν παθαίνουν τίποτα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]