εφυάλωμα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]εφυάλωμα ουδέτερο
- το αποτέλεσμα του εφυαλώνω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] εφυάλωμα
|
|
εφυάλωμα ουδέτερο
|
|