εχέγγυος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | εχέγγυος | η | εχέγγυα | το | εχέγγυο |
| γενική | του | εχέγγυου | της | εχέγγυας | του | εχέγγυου |
| αιτιατική | τον | εχέγγυο | την | εχέγγυα | το | εχέγγυο |
| κλητική | εχέγγυε | εχέγγυα | εχέγγυο | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | εχέγγυοι | οι | εχέγγυες | τα | εχέγγυα |
| γενική | των | εχέγγυων | των | εχέγγυων | των | εχέγγυων |
| αιτιατική | τους | εχέγγυους | τις | εχέγγυες | τα | εχέγγυα |
| κλητική | εχέγγυοι | εχέγγυες | εχέγγυα | |||
| ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «θαυμάσιος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]εχέγγυος < αρχαία ελληνική ἐχέγγυος < ἔχω + ἔγγυος < ἐγγύη
Επίθετο
[επεξεργασία]εχέγγυος, -α, -ο
- που έχει ή που μπορεί να παρέχει εγγύηση
- ※ Όχι μονάχα είναι οι πιο δημοφιλείς ονειροκρίτες, αλλά και οι πιο εχέγγυοι για την πραγμάτωση του ονείρου. Οι διαφημίσεις το μαρτυρούν. Ποιός θ' αγόραζε ποτέ ένα αντιηλιακό λάδι αν στη θέση της εξωτικής Χαβανέζας είχε τον χημικό του τύπο και τις ενδεχόμενες καρκινογόνες ουσίες του χρωστικού; (Περικλής Κοροβέσης, Εμπορία ειδήσεων, εκδ. Γνώση, 1990, σελ. 162)