εχέγγυος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική εχέγγυος εχέγγυα εχέγγυο
γενική εχέγγυου εχέγγυας εχέγγυου
αιτιατική εχέγγυο εχέγγυα εχέγγυο
κλητική εχέγγυε εχέγγυα εχέγγυο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εχέγγυοι εχέγγυες εχέγγυα
γενική εχέγγυων εχέγγυων εχέγγυων
αιτιατική εχέγγυους εχέγγυες εχέγγυα
κλητική εχέγγυοι εχέγγυες εχέγγυα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

εχέγγυος < έχω + εγγύηση

Open book 01.svg Επίθετο[]

εχέγγυος

  1. που έχει εγγύηση, φερέγγυος, ασφαλής, σίγουρος

32πχ Μεταφράσεις[]