εχεμύθεια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εχεμύθεια εχεμύθειες
γενική εχεμύθειας εχεμυθειών
αιτιατική εχεμύθεια εχεμύθειες
κλητική εχεμύθεια εχεμύθειες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εχεμύθεια < ελληνιστική κοινή ἐχεμυθία + -εια (το -εια τίθεται λανθασμένα) < ἔχω + μῦθος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εχεμύθεια θηλυκό

  • το να είναι κανείς εχέμυθος, δηλαδή να διαφυλάττει τα μυστικά που του εμπιστεύονται

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]