εχθρότητα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- εχθρότητα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐχθρότης, από την αιτιατική ενικού «ἐχθρότητα» [1] < και δείτε την αρχαία ελληνική ἐχθρός
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /eˈxθɾo.ti.ta/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ε‐χθρό‐τη‐τα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]εχθρότητα θηλυκό
- η εχθρική ή πολύ αρνητική στάση εναντίον κάποιου ή κάτι
- ※ Η Μήδεια υπήρξε το πρώτο θύμα της διαπολιτιστικής νόσου, αυτού που ονομάζεται κατάθλιψη της μετανάστευσης, όταν με θολωμένο το μυαλό από την αποξένωση και την εχθρότητα, προδομένη από τον αγαπημένο της αλλά και από τον ίδιο της τον εαυτό, ξενίτισσα -από το «ξενίτης», που στην ταινία του Αγγελόπουλου «Η αιωνιότητα και μια μέρα» δηλώνει τον «όπου γης ξένο»-, σκότωσε το ίδια τα παιδιά της. (Πάνος Σόμπολος, Γυναίκες δολοφόνοι. Εγκλήματα γένους θηλυκού στην Ελλάδα, εκδ. Πατάκης, 2019)
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη εχθρός
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ εχθρότητα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σάλπιγγα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)