εύθετος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εύθετος εύθετη εύθετο
γενική εύθετου εύθετης εύθετου
αιτιατική εύθετο εύθετη εύθετο
κλητική εύθετε εύθετη εύθετο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εύθετοι εύθετες εύθετα
γενική εύθετων εύθετων εύθετων
αιτιατική εύθετους εύθετες εύθετα
κλητική εύθετοι εύθετες εύθετα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εύθετος < αρχαία ελληνική εὔθετος < εὖ + τίθημι

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εύθετος, -η, -ο

  1. καλά / σωστά τοποθετημένος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: διευθετημένος, τακτοποιημένος
  2. (μεταφορικά) (για χρόνο) κατάλληλος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αρμόζων, ενδεδειγμένος, ευνοϊκός

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]