εύθυμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : εὔθυμος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εύθυμος εύθυμη εύθυμο
γενική εύθυμου εύθυμης εύθυμου
αιτιατική εύθυμο εύθυμη εύθυμο
κλητική εύθυμε εύθυμη εύθυμο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εύθυμοι εύθυμες εύθυμα
γενική εύθυμων εύθυμων εύθυμων
αιτιατική εύθυμους εύθυμες εύθυμα
κλητική εύθυμοι εύθυμες εύθυμα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εύθυμος < αρχαία ελληνική εὔθυμος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɛ.fθi.mɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ˈɛ.fθi.mi/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ˈɛ.fθi.mɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εύθυμος

  1. που έχει καλή διάθεση
    συνώνυμα: ευδιάθετος, κεφάτος, πρόσχαρος, χαρωπός, χαρούμενος
    αντώνυμα: άκεφος, δύσθυμος, κατσούφης, σκυθρωπός
  2. που χαρακτηρίζεται από χαρά
    συνώνυμα: αλέγρος
  3. που προκαλεί το γέλιο
    συνώνυμα: διασκεδαστικός, ιλαρός, κωμικός, φαιδρός

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]