εύκολα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εύκολα < επίθετο εύκολος

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈef.ko.la/

Επίρρημα[επεξεργασία]

εύκολα

  1. με εύκολο τρόπο, με ευκολία, χωρίς δυσκολία
    τα κατάφερε εύκολα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

εύκολα