εύπλαστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εύπλαστος εύπλαστη εύπλαστο
γενική εύπλαστου εύπλαστης εύπλαστου
αιτιατική εύπλαστο εύπλαστη εύπλαστο
κλητική εύπλαστε εύπλαστη εύπλαστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εύπλαστοι εύπλαστες εύπλαστα
γενική εύπλαστων εύπλαστων εύπλαστων
αιτιατική εύπλαστους εύπλαστες εύπλαστα
κλητική εύπλαστοι εύπλαστες εύπλαστα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εύπλαστος < αρχαία ελληνική εὔπλαστος < εὖ + πλάσσω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɛf.pla.stɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ˈɛf.pla.sti/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ˈɛf.pla.stɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εύπλαστος, -η, -ο

  1. που μπορείς να τον πλάσεις εύκολα, να του δώσεις όποιο σχήμα θέλεις
    η πλαστελίνη είναι εύπλαστο υλικό
  2. (μεταφορικά) που μπορείς να τον διαμορφώσεις εύκολα
    οι εύπλαστες παιδικές ψυχές

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]