εύπορος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

εύπορος < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[]

εύπορος

  1. που έχει αρκετούς πόρους για να ζήσει, σχετικά πλούσιος

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]