εύσωμος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : εὔσωμος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εύσωμος εύσωμη εύσωμο
γενική εύσωμου εύσωμης εύσωμου
αιτιατική εύσωμο εύσωμη εύσωμο
κλητική εύσωμε εύσωμη εύσωμο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εύσωμοι εύσωμες εύσωμα
γενική εύσωμων εύσωμων εύσωμων
αιτιατική εύσωμους εύσωμες εύσωμα
κλητική εύσωμοι εύσωμες εύσωμα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εύσωμος < ελληνιστική κοινή εὔσωμος < αρχαία ελληνική εὖ + σῶμα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /'εf.so.mos/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εύσωμος, -η, -ο

  1. που έχει μεγαλύτερες απ’ τις συνήθεις σωματικές διαστάσεις, χωρίς όμως να δίνει την εντύπωση υπερβολικά χοντρού ατόμου, συνήθως εξαιτίας του μεγάλου ύψους του
  2. (ευφημιστικά) υπερβολικά χοντρός, παχύσαρκος

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]