Μετάβαση στο περιεχόμενο

εἰκών

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : εἴκων

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εἰκών < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική εἰκών
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: → δείτε εἰκών (αρχαία ελληνικά)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

εἰκών θηλυκό

  1. (ζωγραφική) ζωγραφιά
  2. ομοίωμα
  3. εικόνα, απεικόνιση αγίων προσώπων

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]
 ετυμολογικό πεδίο 
εἰκον- 



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
εἰκων-, εἰκον-, εἰκ-
ονομαστική ἡ εἰκών αἱ εἰκόνες
      γενική τῆς εἰκόνος
εἰκοῦς (ποιητικός)
τῶν εἰκόνων
      δοτική τῇ εἰκόνῐ ταῖς εἰκόσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν εἰκόνᾰ
εἰκώ (ποιητικός, ιωνικός)
τὰς εἰκόνᾰς
εἰκούς (ποιητικός)
     κλητική ὦ! εἰκών εἰκόνες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  εἰκόνε
γεν-δοτ τοῖν  εἰκόνοιν
Οι συνηρημένες μορφές από θέμα σε -οσ- αμάρτυρο στην ονομαστική[1].
3η κλίση, Κατηγορία 'κανών' όπως «κανών» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εἰκών < ϝεικών < πιθανόν πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *weyk- (μοιάζω), όπως και στο εἰκάζω, εἰκῇ. Δεν έχουν βρεθεί ομόρριζα σε ινδοευρωπαϊκές γλώσσες[2].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /eː.kɔ̌ːn/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός : εἰ‐κών

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

εἰκών, -όνος θηλυκό

  1. ομοίωμα προσωπογραφίας ή πίνακας
    ※  2ος κε αιώνας ⌘ Λουκιανός, 62, 4Ἡρόδοτος ἢ Ἀετίων @wikisource
    ἔστιν ἡ εἰκὼν ἐν Ἰταλίᾳ, κἀγὼ εἶδον ὥστε καὶ σοὶ ἂν εἰπεῖν ἔχοιμι .... Ἔρωτες δέ τινες μειδιῶντες· ὁ μὲν κατόπιν ἐφεστὼς ἀπάγει τῆς κεφαλῆς τὴν καλύπτραν καὶ δείκνυσι τῷ νυμφίῳ τὴν Ρωξάνην, ὁ δέ τις μάλα δουλικῶς ἀφαιρεῖ τὸ σανδάλιον ἐκ τοῦ ποδὸς ὡς κατακλίνοιτο ἤδη, ἄλλος τῆς χλανίδος τοῦ Ἀλεξάνδρου ἐπειλημμένος, Ἔρως καὶ οὗτος, ἕλκει αὐτὸν πρὸς τὴν Ρωξάνην πάνυ βιαίως ἐπισπώμενος. ὁ βασιλεὺς δὲ αὐτὸς μὲν στέφανόν τινα ὀρέγει τῇ παιδί, πάροχος δὲ καὶ νυμφαγωγὸς Ἡφαιστίων συμπάρεστι δᾷδα καιομένην ἔχων, μειρακίῳ πάνυ ὡραίῳ ἐπερειδόμενος-Ὑμέναιος οἶμαί ἐστιν (οὐ γὰρ ἐπεγέγραπτο τοὔνομα).
    Ο πίνακας βρίσκεται στην Ιταλία, εγώ τον είδα και μπορώ έτσι να σου μιλήσω γι αυτόν. ... Υπάρχουν ακόμα χαμογελαστοί έρωτες· ο ένας στέκεται πίσω της, τραβάει το πέπλο και δείχνει στον γαμπρό τη Ρωξάνη. Κάποιος άλλος, σαν πραγματικός δούλος, της βγάζει το σανδάλι από το πόδι για να ξαπλώσει πια, Ένας τρίτος, Έρωτας και αυτός, έχει πιάσει τη χλαμύδα του Αλεξάνδρου και τον σέρνει προς το μέρος της Ρωξάνης, τραβώντας τον με πολλή βία. Ο ίδιος ο βασιλιάς πάλι προσφέρει στην κόρη στεφάνι· μαζί τους είναι και ο Ηφαιστίωνας, βοηθός και συνοδός της νύφης, που κρατάει λαμπάδα αναμμένη και ακουμπάει πάνω σε όμορφο παλικαράκι, που νομίζω πως είναι ο Υμέναιος (γιατί δεν είναι γραμμένο το όνομά του)
    μετάφραση Φιλολογική Ομάδα Κάκτου
  2. άγαλμα, ανδριάντας
    ※  4ος πκε αιώνας ⌘ Αἰσχίνης, Κατὰ Κτησιφῶντος, 103
    δεησόμενον τὸ μὲν τάλαντον ἀφεῖναι τῇ πόλει, ἐπαγγελλόμενον δ᾽ αὐτῷ χαλκῆν εἰκόνα σταθήσεσθαι ἐν Ὠρεῷ.
    για να τον παρακαλέσει να χαρίσει το τάλαντο στην πόλη, με την υπόσχεση ότι θα του έστηναν χάλκινο ανδριάντα στον Ωρεό.
    Μετάφραση (2012): Αθανάσιος Ι. Γιαγκόπουλος, Θεσσαλονίκη:Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας @greek‑language.gr
  3. ομοιότητα
    → χρειάζεται παράθεμα
  4. είδωλο σε καθρέφτη
    ※  5ος πκε αιώνας ⌘ Εὐριπίδης, Μήδεια, στίχ. 1162
    ἄψυχον εἰκὼ προσγελῶσα σώματος
    ενώ εγέλαγε στο άψυχο είδωλο του σώματός της.
    Μετάφραση (2012): Θ. Κ. Στεφανόπουλος, Αθήνα: Κίχλη @greek‑language.gr
  5. φάντασμα, εικόνα φαινομένου, εικόνα νοητής ιδέας
    → χρειάζεται παράθεμα

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]
 ετυμολογικό πεδίο 
εἰκον- 

Απόγονοι

[επεξεργασία]

εἰκών (αρχαία ελληνικά)

⇒ μεσαιωνικά ελληνικά: εἰκών, εἰκόνα
⇒ νέα ελληνικά: εικόνα
↷ ρωσικά: икона (ikona)
↷ γαλλικά: icône
↷ ισπανικά: icono
↷ αραβικά: أيقونة (ʾayqūna)
↷ λατινικά: icon
↷ αγγλικά: icon

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ↑ εἰκών -  Diccionario Griego-Español (DGE en línea) [Λεξικό ελληνικών (αρχαίων) - ισπανικών online] (στα ισπανικά) του Francisco R. Adrados (Φρανθίσκο Αδράδος) & Juan Rodríguez Somolinos, έως στο λήμμα «ἔξαυος» (συντομογραφίες).
  2. ↑ Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.