εἰσιτήριος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ εἰσιτήριος τὸ εἰσιτήριον οἱ, αἱ εἰσιτήριοι τὰ εἰσιτήρια
Γενική τοῦ, τῆς εἰσιτηρίου τοῦ εἰσιτηρίου τῶν εἰσιτηρίων τῶν εἰσιτηρίων
Δοτική τῷ, τῇ εἰσιτηρίῳ τῷ εἰσιτηρίῳ τοῖς, ταῖς εἰσιτηρίοις τοῖς εἰσιτηρίοις
Αιτιατική τὸν, τὴν εἰσιτήριον τὸ εἰσιτήριον τοὺς, τὰς εἰσιτηρίους τὰ εἰσιτήρια
Κλητική εἰσιτήριε εἰσιτήριον εἰσιτήριοι εἰσιτήρια
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική εἰσιτηρίω
Γενική-Δοτική εἰσιτηρίοιν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εἰσιτήριος < εἴσειμι < εἰς + εἶμι < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₁ey- (εἶμι, πηγαίνω)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εἰσιτήριος, -ος, -ον

  1. που έχει σχέση με την είσοδο ή αναφέρεται σ’ αυτή
  2. (θρησκεία) (ουσιαστικοποιημένο) εἰσιτήρια (ἱερά): θυσία που γίνεται στην αρχή έτους ή με την ανάληψη αξιώματος
  3. (ουσιαστικοποιημένο) εἰσιτήριον: (ελληνιστική κοινή) εισιτήριο