εἴδωλον

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική εἴδωλον εἰδώλω εἴδωλα
Γενική εἰδώλου εἰδώλοιν εἰδώλων
Δοτική εἰδώλ εἰδώλοιν εἰδώλοις
Αιτιατική εἴδωλον εἰδώλω εἴδωλα
Κλητική εἴδωλον εἰδώλω εἴδωλα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εἴδωλον < οἶδα < "ϝοιδ-" κατά ετεροίωση από το θέμα "ϝειδ-" του ρήματος εἴδω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εἴδωλον ουδέτερο

  1. φάντασμα
  2. μη πραγματική εικόνα
  3. εικόνα, αναπαράσταση, ομοίωμα, ομοιότητα, πιστή εικόνα
    λόγος εἴδωλον ψυχῆς
  4. ιδέα
  5. είδωλο στον καθρέφτη, στο νερό
  6. μη υλική μορφή, άυλη μορφή
    εἴδωλον σκιᾶς
  7. (μεταγενέστερο) άγαλμα, είδωλο με τη χριστιανική έννοια

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]