εὐάρεστον

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

εὐάρεστον

  1. αρσενικό του εὐάρεστος, στην αιτιατική του ενικού
  2. ουδέτερο του εὐάρεστος, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού