Μετάβαση στο περιεχόμενο

εὐανάσφαλτος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / εὐανάσφαλτος τὸ εὐανάσφαλτον
      γενική τοῦ/τῆς εὐανασφάλτου τοῦ εὐανασφάλτου
      δοτική τῷ/τῇ εὐανασφάλτ τῷ εὐανασφάλτ
    αιτιατική τὸν/τὴν εὐανάσφαλτον τὸ εὐανάσφαλτον
     κλητική ! εὐανάσφαλτε εὐανάσφαλτον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ εὐανάσφαλτοι τὰ εὐανάσφαλτ
      γενική τῶν εὐανασφάλτων τῶν εὐανασφάλτων
      δοτική τοῖς/ταῖς εὐανασφάλτοις τοῖς εὐανασφάλτοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς εὐανασφάλτους τὰ εὐανάσφαλτ
     κλητική ! εὐανάσφαλτοι εὐανάσφαλτ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ εὐανασφάλτω τὼ εὐανασφάλτω
      γεν-δοτ τοῖν εὐανασφάλτοιν τοῖν εὐανασφάλτοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εὐανάσφαλτος < εὖ + ἀνασφάλλω

Επίθετο

[επεξεργασία]

εὐανάσφαλτος, -ος, -ον