εὐκτήριος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ εὐκτήριος τὸ εὐκτήριον οἱ, αἱ εὐκτήριοι τὰ εὐκτήρια
Γενική τοῦ, τῆς εὐκτηρίου τοῦ εὐκτηρίου τῶν εὐκτηρίων τῶν εὐκτηρίων
Δοτική τῷ, τῇ εὐκτηρίῳ τῷ εὐκτηρίῳ τοῖς, ταῖς εὐκτηρίοις τοῖς εὐκτηρίοις
Αιτιατική τὸν, τὴν εὐκτήριον τὸ εὐκτήριον τοὺς, τὰς εὐκτηρίους τὰ εὐκτήρια
Κλητική εὐκτήριε εὐκτήριον εὐκτήριοι εὐκτήρια
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική εὐκτηρίω
Γενική-Δοτική εὐκτηρίοιν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εὐκτήριος < εὔχομαι < εὐχή

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εὐκτήριος, -ος, -ον

  1. που έχει σχέση με την προσευχή ή είναι κατάλληλος γι' αυτή
    Καὶ ἐκτίσθη αὐτῷ εὐκτήριος οἶκος. (Ιωάννης Μαλάλας (5ος-6ος αι. μ.Χ.), Χρονογραφία, 315, 9)
  2. (ουσιαστικοποιημένο) εὐκτήριον: τόπος αφιερωμένος στη λατρεία του θεού, παρεκκλήσι