εὐλαβής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ευλαβής

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ εὐλαβής τὸ εὐλαβές οἱ, αἱ εὐλαβεῖς τὰ εὐλαβ
Γενική τοῦ, τῆς εὐλαβοῦς τοῦ εὐλαβοῦς τῶν εὐλαβῶν τῶν εὐλαβῶν
Δοτική τῷ, τῇ εὐλαβεῖ τῷ εὐλαβεῖ τοῖς, ταῖς εὐλαβέσι τοῖς εὐλαβέσι
Αιτιατική τὸν, τὴν εὐλαβ τὸ εὐλαβές τοὺς, τὰς εὐλαβεῖς τὰ εὐλαβ
Κλητική εὐλαβές εὐλαβές εὐλαβεῖς εὐλαβ
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική εὐλαβεῖ
Γενική-Δοτική εὐλαβοῖν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εὐλαβής< εὖ + λαμβάνω (αόριστος: ἔλαβον)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εὐλαβής -ής -ές

  1. (κυριολεκτικά) αυτός που κρατά σταθερά κάτι
  2. προσεκτικός, συνετός, διακριτικός
  3. διστακτικός, δειλός
  4. (στην Καινή Διαθήκη και την μεταγενέστερη ελληνική) ευλαβής, ευσεβής
  5. που τον αναλαμβάνεις με προσοχή
  6. που είναι εύκολο να τον πιάσει κανείς

«ἡ Πενία δ᾽ ἔμπαλιν ἰξώδης τε καὶ εὐλαβὴς (ευκολόπιαστη) καὶ μυρία τὰ ἄγκιστρα ἐκπεφυκότα ἐξ ἅπαντος τοῦ σώματος ἔχουσα, ὡς πλησιάσαντας εὐθὺς ἔχεσθαι καὶ μὴ ἔχειν ῥᾳδίως ἀπολυθῆναι».Λουκιανός, Τίμων 29


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Αναφορές [επεξεργασία]

Liddell and Scott Lexicon