εὐχωλή
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| επική κλίση | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | εὐχωλή | αἱ | εὐχωλαί | ||||
| γενική | τῆς | εὐχωλῆς | τῶν/τάων | εὐχωλῶν | ||||
| δοτική | τῇ | εὐχωλῇ | ταῖς | εὐχωλαῖς | ||||
| αιτιατική | τὴν | εὐχωλήν | τὰς | εὐχωλᾱ́ς | ||||
| κλητική ὦ! | εὐχωλή | εὐχωλαί | ||||||
| δυϊκός | ||||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | εὐχωλᾱ́ | ||||||
| γεν-δοτ | τοῖιν | εὐχωλαῖν | ||||||
| 1η κλίση, Κατηγορία 'ψυχή' όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- εὐχωλή < εὔχομαι
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]εὐχωλή, -ῆς θηλυκό
- επικός τύπος του εὐχή
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Παράγωγα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- εὐχωλή - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με επικές κλίσεις (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'ψυχή' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Επικοί τύποι
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)