Μετάβαση στο περιεχόμενο

εὐχωλή

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
επική κλίση
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική εὐχωλή αἱ εὐχωλαί
      γενική τῆς εὐχωλῆς τῶν/τάων εὐχωλῶν
      δοτική τῇ εὐχωλ ταῖς εὐχωλαῖς
    αιτιατική τὴν εὐχωλήν τὰς εὐχωλᾱ́ς
     κλητική ! εὐχωλή εὐχωλαί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  εὐχωλᾱ́
γεν-δοτ τοῖιν  εὐχωλαῖν
1η κλίση, Κατηγορία 'ψυχή' όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εὐχωλή < εὔχομαι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

εὐχωλή, -ῆς θηλυκό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]