Μετάβαση στο περιεχόμενο

εὔθυνος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική εὔθυνος οἱ εὔθυνοι
      γενική τοῦ εὐθύνου τῶν εὐθύνων
      δοτική τῷ εὐθύν τοῖς εὐθύνοις
    αιτιατική τὸν εὔθυνον τοὺς εὐθύνους
     κλητική ! εὔθυνε εὔθυνοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  εὐθύνω
γεν-δοτ τοῖν  εὐθύνοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'θρίαμβος' όπως «θρίαμβος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εὔθυνος < εὔθυνα  και δείτε τη λέξη εὐθύνω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

εὔθυνος, -ου

  1. (νομικός όρος) δικαστής
      6ος/5ος πκε αιώνας Αἰσχύλος, Πέρσαι, στίχ. 828 (827-828)
    εύς τοι κολαστὴς τῶν ὑπερκόμπων ἄγαν | φρονημάτων ἔπεστιν, εὔθυνος βαρύς.
    γιατί βαρύς κριτής στέκει από πάνω ο Δίας | που την υπέρμετρη έπαρση σκληρά κολάζει.
    Μετάφραση (1930): Ιωάννης Ν. Γρυπάρης, Αθήνα:Εστία @greeklanguage.gr
  2. (διοίκηση) αξιωματούχος καθεμιάς από τις 10 φυλές της αρχαίας Αθήνας
      4ος πκε αιώνας Ἀριστοτέλης, Ἀθηναίων πολιτεία, 48.4 @scaife.perseus
    κληροῦσι δὲ καὶ εὐθύνους ἕνα τῆς φυλῆς ἑκάστης

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]