Μετάβαση στο περιεχόμενο

εὔχρηστος

Από Βικιλεξικό

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εὔχρηστος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική εὔχρηστος

Επίθετο

[επεξεργασία]

εὔχρηστος

  1. ικανός
  2. ωφέλιμος, χρήσιμος



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική εὔχρηστος εὐχρήστη
& εὔχρηστος
τὸ εὔχρηστον
      γενική τοῦ εὐχρήστου τῆς εὐχρήστης
& εὐχρήστου
τοῦ εὐχρήστου
      δοτική τῷ εὐχρήστ τῇ εὐχρήστ
& εὐχρήστ
τῷ εὐχρήστ
    αιτιατική τὸν εὔχρηστον τὴν εὐχρήστην
& εὔχρηστον
τὸ εὔχρηστον
     κλητική ! εὔχρηστε εὐχρήστη
& εὔχρηστε
εὔχρηστον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ εὔχρηστοι αἱ εὔχρησται
& εὔχρηστοι
τὰ εὔχρηστ
      γενική τῶν εὐχρήστων τῶν εὐχρήστων
& εὐχρήστων
τῶν εὐχρήστων
      δοτική τοῖς εὐχρήστοις ταῖς εὐχρήσταις
& εὐχρήστοις
τοῖς εὐχρήστοις
    αιτιατική τοὺς εὐχρήστους τὰς εὐχρήστᾱς
& εὐχρήστους
τὰ εὔχρηστ
     κλητική ! εὔχρηστοι εὔχρησται
& εὔχρηστοι
εὔχρηστ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ εὐχρήστω τὼ εὐχρήστ
& εὐχρήστω
τὼ εὐχρήστω
      γεν-δοτ τοῖν εὐχρήστοιν τοῖν εὐχρήσταιν
& εὐχρήστοιν
τοῖν εὐχρήστοιν
Ο τύπος του θηλυκού σε -ος, λιγότερο συνηθισμένος.
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'ὕπατος' όπως «ὕπατος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εὔχρηστος < εὐ- + χρηστός

Επίθετο

[επεξεργασία]

εὔχρηστος, -η/-ος, -ον, συγκριτικός:  εὐχρηστότερος, υπερθετικός:  εὐχρηστότατος

  1. εύκολος στη χρήση, χρήσιμος
     συνώνυμα: χρήσιμος
  2. σε συχνή ή συνήθη χρήση, ο χρησιμοποιούμενος
     συνώνυμα: χρηστός, χρήσιμος
     αντώνυμα: ἄχρηστος, δύσχρηστος

Παράγωγα

[επεξεργασία]