εὖ
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- εὖ < από ἐΰ, επιρρηματικό ουδέτερο του ἐΰς (καλός) < πρωτοελληνική *ehu- < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁su- (καλός).[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /êu̯/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : εὖ
Επίρρημα
[επεξεργασία]εὖ (τροπικό επίρρημα)
- καλά, ευτυχώς
- μαζί με άλλο επίρρημα
- «εὖ καὶ ἐπισταμένως» καλώς και με γνώση
- «εὖ κατὰ κόσμον»
- καλά και τακτικά, όπως ταιριάζει
- ευτυχώς, κατ' ευτυχή συγκυρία, ευχαρίστως
- στον πεζό λόγο «εὖ ἔχειν»
- μαζί με άλλο επίρρημα
- εὖ γε· συχνά σε απαντήσεις → δείτε εὖγε
- με επίθετο ή επίρρημα επιτείνοντας την σημασία τους
- (ως ουσιαστικό) «τὸ εὖ» το δίκαιο, το ορθό
- ως κατηγορηματικό πρότασης
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Αντώνυμα
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]Απόγονοι
[επεξεργασία]εὖ (αρχαία ελληνικά)
- → μεσαιωνικά ελληνικά: εὖ
- → νέα ελληνικά: εὖ, ευ
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ εὖ σελ. 477 - ⌘ Beekes, Robert S. P. (2010) στο Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.
Πηγές
[επεξεργασία]- εὖ - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- εὖ - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοελληνική (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Επιρρήματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Τροπικά επιρρήματα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)