Μετάβαση στο περιεχόμενο

εὖ

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ευ, εὐ-, ευ-

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εὖ < από ἐΰ, επιρρηματικό ουδέτερο του ἐΰς (καλός) < πρωτοελληνική *ehu- < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁su- (καλός).[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /êu̯/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: εὖ

Επίρρημα

[επεξεργασία]

εὖ (τροπικό επίρρημα)

  1. καλά, ευτυχώς
     αντώνυμα: καλῶς
     αντώνυμα: κακῶς
    λατινική: bene
    1. μαζί με άλλο επίρρημα
      «εὖ καὶ ἐπισταμένως» καλώς και με γνώση
      «εὖ κατὰ κόσμον»
      1. καλά και τακτικά, όπως ταιριάζει
      2. ευτυχώς, κατ' ευτυχή συγκυρία, ευχαρίστως
    2. στον πεζό λόγο «εὖ ἔχειν»
      1. έχειν καλώς, βρίσκομαι σε καλή κατάσταση
      2. (με γενική) «εὖ ἥκειν τοῦ βίου» έχειν καλώς ως προς το ζην, ως προς τους πόρους της ζωής, ευπορώ
  2. εὖ γε· συχνά σε απαντήσεις  δείτε εὖγε
  3. με επίθετο ή επίρρημα επιτείνοντας την σημασία τους
    «εὖ πάντες»  συνώνυμα: μάλα πάντες
    «εὖ μάλα»
    «εὖ πάνυ» πάρα πολύ
    «εὖ σαφῶς» πολύ σαφώς
  4. (ως ουσιαστικό) «τὸ εὖ» το δίκαιο, το ορθό
    «τὸ δ' εὖ νικάτω»
  5. ως κατηγορηματικό πρότασης
    «τί τῶνδ' εὖ;» ποιό από αυτά είναι καλό;
    «εὖ εἴη» μακάρι να αποβεί σε καλό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]

εὖ (αρχαία ελληνικά)

μεσαιωνικά ελληνικά: εὖ
νέα ελληνικά: εὖ, ευ

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. εὖ σελ. 477 -  Beekes, Robert S. P. (2010) στο Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 12.