Μετάβαση στο περιεχόμενο

εὖγε

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: εύγε

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εὖγε < εὖ (καλά) + γε (πολύ). Κυριολεκτικά «πολύ καλά». Μαρτυρείται αρχικά ως επιτατικό επίρρημα και ύστερα ως επιφώνημα.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /êu̯.ge/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: εὖγε

Επίρρημα

[επεξεργασία]

εὖγε (τροπικό επίρρημα)

Επιφώνημα

[επεξεργασία]

εὖγε

  1. επιβεβαιώνει ή εγκρίνει όσα έχουν ειπωθεί· πολύ καλά, καλώς, ορθώς
      5ος πκε αιώνας Σοφοκλῆς, Αἴας, στίχ. 1370
    ἀλλ᾽ εὖ γε μέντοι τοῦτ᾽ ἐπίστασ᾽
    Καλώς. Αλλά καλά μάθε κι αυτό
    Μετάφραση (2012): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, Αθήνα: ΜΙΕΤ @greeklanguage.gr
  2. ενθαρρύνει σκύλους
      5ος/4ος πκε αιώνας Ξενοφῶν, Κυνηγετικός, 6.19
    καὶ ἐὰν πάλιν ἀπαντῶσι διώκουσαι αὐτόν, ἀναβοᾶν Εὖ γε, εὖ γε ὦ κύνες, ἕπεσθε ὦ κύνες
    Και εάν ξαναπέσουν πάνω του καταδιώκοντάς τον, να τους ενθαρρύνει φωνάζοντας «Έτσι μπράβο, έτσι μπράβο σκύλοι, ακολουθήστε σκύλοι!»
  3. χωρίς ρήμα· καλώς, ωραία, εύγε, πολύ καλά, μπράβο
      5ος/4ος πκε αιώνας Ἀριστοφάνης, Ἱππῆς, στίχ. 470
    εὖ γ᾽, εὖ γε· χάλκευ᾽ ἀντὶ τῶν κολλωμένων.
    Έτσι μπράβο, έτσι μπράβο! Αφού αυτός κάνει συγκολλήσεις, εσύ σφυροκόπα τον!
    Μετάφραση (2005): Ηλίας Σπυρόπουλος, Θεσσαλονίκη: Ζήτρος @greeklanguage.gr
      5ος/4ος πκε αιώνας Ἀριστοφάνης, Νεφέλαι, στίχ. 866
    εὖ γ᾽ ὅτι ἐπείσθης.
    Πείστηκες, μπράβο.
    Μετάφραση (1967): Θρασύβουλος Σταύρου, Αθήνα: Τυποβιβλιοτεχνική @greeklanguage.gr
  4. (με γενική) μπράβο για
      2ος κε αιώνας Λουκιανός, Βίων πρᾶσις, 8
    Εὖ γε τῆς προαιρέσεως.
    Μπράβο για την επιλογή σου.
    Μετάφραση (2002): Δημήτρης Χρηστίδης, Θεσσαλονίκη: Ζήτρος @greeklanguage.gr
  5. (ειρωνικό) καλά να πάθεις
      3ος/2ος πκε αιώνας Παλαιὰ Διαθήκη κατά την μετάφραση των Εβδομήκοντα , Ψαλμοὶ τοῦ Δαυΐδ, ΛΘ΄, 16
    κομισάσθωσαν παραχρῆμα αἰσχύνην αὐτῶν οἱ λέγοντές μοι· εὖγε, εὖγε.
    ας ξεφτιλιστούν αυτή την στιγμή όσοι μου λένε «καλά να πάθεις»

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]

εὖγε (αρχαία ελληνικά)

λατινικά: euge
μεσαιωνικά ελληνικά: εὖγε
καθαρεύουσα: εὖγε
νέα ελληνικά: εύγε