ζάθεος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζάθεος < ζα (επιτατικό μόριο) και Θεός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ζάθεος, α, ον

  1. ο πολύ ιερός (τόπος) ή γενικά ο καθαγιασμένος, ο θεόσταλτος, ο πολύ ισχυρός, μεταφορικά ο θεϊκός, ο εντυπωσιακός, ο πανέμορφος
    ζάθεος χρόνος -ζάθεοι ἄνεμοι - ζαθέᾳ Πύλῳ
  2. ο ιδιαίτερα σημαντικός Θεός (ελληνιστική έννοια μάλλον)
    ζάθεος Ἀπόλλων