ζάρι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ζάρι τα ζάρια
      γενική του ζαριού των ζαριών
    αιτιατική το ζάρι τα ζάρια
     κλητική ζάρι ζάρια
όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
ζάρια

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζάρι < μεσαιωνική ελληνική ζάρι(ν) < ἀζάριν / ἀζάριον < αραβική زهر (zahr)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /'za.ɾi/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ζάρι ουδέτερο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]