ζάρωμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ζάρωμα ζαρώματα
γενική ζαρώματος ζαρωμάτων
αιτιατική ζάρωμα ζαρώματα
κλητική ζάρωμα ζαρώματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζάρωμα < ζαρώνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ζάρωμα ουδέτερο

  1. η ζαρωματιά, το αποτέλεσμα του ζαρώνω, το μάζεμα, το συρρίκνωμα
  2. το τσαλάκωμα, η πτύχωση
  3. (μεταφορικά) το μάζεμα ενός ανθρώπου από φόβο ή από ενοχή

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]