ζάφτω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζάφτω < μεσαιωνική ελληνική ζάφτω < ζάφτι < ζάπτι < τουρκική zapt < αραβική ضَبْط (ḍabṭ)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ζάφτω

  1. (παρωχημένο) ρίχνω, χτυπώ, αστράφτω, βαράω, κοπανάω
    Τότε ο Μενέλας βγάζοντας τη σπάθα, τη σηκώνει / και μιά του ζάφτει εκεί σπαθιά στου κράνου του το γρόμπο. (Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Γ)
  2. (παρωχημένο) (λαϊκότροπο) πίνω υπερβολικά (κρασί, αλκοολούχα ποτά)
    ζάφτει σαν νεροφίδα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]