ζάχαρις

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ζάχαρις θηλυκό

  1. δείτε τη λέξη: ζάχαρη

Device of the Palaiologos Dynasty.svg Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ζάχαρις ζαχάρει ζαχάρεις
Γενική ζαχάρεως ζαχαρέοιν ζαχάρεων
Δοτική ζαχάρει ζαχαρέοιν ζαχάρεσι(ν)
Αιτιατική ζάχαριν ζαχάρει ζαχάρεις
Κλητική ζάχαρι ζαχάρει ζαχάρεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζάχαρις < ελληνιστική κοινή σάκχαρις < αραβική سكر (súkkar) < περσική شکر (šakar) < χίντι शर्करा (śarkarā) < σανσκριτική शर्करा (śarkarā) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ḱorkeh- (άμμος, πέτρα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ζάχαρις θηλυκό

  • ζάχαρη
    Καὶ ἀπ' αὐτοῦ ἦλθεν εἰς ἕναν κάμπον πλατύν, καὶ εἰς τὴν ἄκραν τοῦ κάμπου ἦτον λίμνη κρύα, ὥσπερ τοῦ χειμῶνος τὸν πάγον, καὶ τὸ νερόν της ἦτο γλυκὺ ὡσὰν ζάχαριν. (Ιστορία Μεγάλου Αλεξάνδρου, Recensio F, 166, 4)