ζάχαρο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | ζάχαρο | τα | ζάχαρα |
| γενική | του | ζαχάρου & ζάχαρου |
των | ζαχάρων |
| αιτιατική | το | ζάχαρο | τα | ζάχαρα |
| κλητική | ζάχαρο | ζάχαρα | ||
| Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ζάχαρο < σάκχαρο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ζάχαρο ουδέτερο
- το σάκχαρο του αίματος
- ο σακχαρώδης διαβήτης
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ζάχαρο
|
|